μια σειρά προσώπων.

ο κύριος σταυρόπουλος, στο σπίτι του, μας έχει τραπέζι, με βάζει με το στανιό στην κουζίνα με τη γυναίκα του να φτιάχνω τοστάκια, με τα πολλά κάτι κάνω, κι ο σταυρόπουλος λέει: ‘επιτέλους, άντε, όχι όλο ιντελιγκέτσια και ιδέα’…

η κυρία γιαννοπούλου, χτυπάει το παράθυρο, στη νάαμσεστράατ στη λουβαίν: ‘κυρία αφροδίτη, έχει έρθει ο καθηγητής μοσέ σπίτι μας και την αναζήτησε, θα αφήσετε την ελενίτσα να έρθει;

αυτά από το γυμνάσιο…

πανεπιστήμιο, ο καθηγητής μοσέ γίνεται καθηγητής μου, γιατί αποφασίζω να πάρω ως ένα μάθημα επιλογής το μάθημα της ‘βυζαντινής λογοτεχνίας’, που διδάσκει ο επιβλητικός, περίεργος, φιλέλληνας, πανέξυπνος, κρυψίνους και ακέραιος καθηγητής μοσέ, που τον θαύμαζα στο σπίτι των ‘γιαννοπουλαίων’. (βλέπετε σταυρόπουλοι και γιαννόπουλοι ήταν δυο σπιτικά που με θάμπωναν το ίδιο, όντας εγώ στο γυμνάσιο εκεί στη λουβαίν, παραπεταμένο ούφο).

μπήκα λοιπόν στο μάθημα του κυρίου μοσέ. πατρολογία γκρέκα τόμος τάδε, κολόνα τάδε, σε φωτοαντίγραφο. μια μαγική αρχή, μια γητειά, ένα βέλος με βάλσαμο στη ζωή των 19 χρόνων μου:

ΕΙΡΉΝΗ, ΤΟ ΓΛΥΚΎ ΠΡΆΓΜΑ ΚΑΙ ΌΝΟΜΑ…ειρήνη… ειρήνη…

το τραγουδιστό κείμενο μου καρφώθηκε στην καρδιά. αν ήμουν τώρα σε εκκλησία, θα άκουγα τον εσπερινό για τη γιορτή του.

μια ζωή μοναχική, ευαίσθητη.εγώ να γράψω για τη ζωή του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου;

τον αγάπησα, κι έλεγα ότι θα έκανα το διδακτορικό μου πάνω στα κείμενά του. άλλωστε ο μοσέ ήταν Ο ειδικός ανά τον κόσμο, άλλοτε θα τα πούμε γι’ αυτό, έστω κι αν τα ‘χω ξαναγράψει, μ’ αρέσει να ξαναγράφω και να ξαναγράφω αυτά. τελικά το γύρισα στα αραβικά, κι έκανα το διδακτορικό μου εκεί.

μου περνούσε από το μυαλό πώς θα το βλέπει αυτό ο άγιος Γρηγόριος, ότι έλεγα κάποτε ότι θα έκανα διδακτορικο στα βυζαντινά γι’ αυτόν, και στράφηκα στα αραβικά, σε άλλα πράματα…

ε λοιπόν, σε κάποια φάση, κι ενώ η καριέρα μου φαινόταν να προχωρά αλλού, ένα συμβόλαιό μου έληγε. τότε με βλέπει στη βιβλιοθήκη του Ινστιτούτου Ανατολικών Σπουδών ένας καθηγητής που δεν ήταν ποτέ δικός μου καθηγητής, ο Ζακ Γράντ’Ενρύ.

‘θέλετε να δουλέψετε για μένα;’ ρωτά. -ναι, λέω εγώ, τι να κάνω; – αντιπαραβολή αραβικών κωδίκων’. -όχι, του λέω. -γιατί; μου λέει συγχυσμένος αυτός. -γιατί δεν ειμαι ικανή, του λέω, δεν έχω κάνει αραβική παλαιογραφία’. -και γιατί δεν μπορείτε, πού το ξέρετε; απαντάει. -ε, του λέω τότε εγώ. αν θέλετε, δώστε μου μερικά χειρόγραφα να δουλέψω σήμερα το βράδυ, κι αύριο πρωί θα σας φέρω το αποτέλεσμα. αν σας κάνει, τότε, αναλαμβάνω.

ε, καταλάβατε τώρα; τα χειρόγραφα, που δεν γνώριζα, ήταν κείμενα του αγίου Γρηγορίου στα αραβικά!!!

να λοιπόν, ήταν σαν να μου έλεγε ο άγιος Γρηγόριος: ‘με άφησες εσύ, μα δε σε αφήνω εγώ…’ . κι έτσι δούλεψα για ένα χρόνο για τον άγιο Γρηγόριο στα αραβιά.

πέρασαν χρόνια, τέλειωσα διδακτορικό, γύρισα στην πατρίδα μου, και εντελώς εξαιρετικά αποφάσισα να πάω στην κωνσταντινούπολητο 2000  για να συναντήσω σε ένα συνέδριο ποίησης τον αγαπημένο μου άραβα ποιητή Άδωνη. ναι, αστείο… η σημαδιακή αυτή συνάντηση ξέρετε πότε έγινε; ανήμερα του αγίου Γρηγορίου…

μεγάλη γιορτή αύριο.

 

 

Advertisements

αφιερωμένο στη μάγδα.

η μάγδα είναι φίλη μου, αλλά, φυσικά, δεν είναι μόνο αυτό. είναι μια έκτακτη γυναίκα, καλλιεργημένη τόσο όσο και ευγενής στην ψυχή και την κοινωνική της θέση. ξέρετε τι είναι κοινωνική θέση; είναι κοινωνικό δόσιμο. αυτή έχει γίνει μαμά για πολλά παιδιά μιας άλλης, κοντινής μα και μακρινής ηπείρου. αυτή, πέραν της σχέσης της με τα παιδιά της διπλανής ηπείρου, προτείνεται πάντα με διάκριση και ευγένεια να βοηθήσει, χωρίς να της το προτείνεις εσύ.

ο θεός να είναι πάντα μαζί της.

το κείμενο αυτό είναι αφιερωμένο σ’ εκείνην, μιας και ήρθε κι έγραψε και κάτι για μένα κάπου.

της είχα πει ότι έψαχνα χειρόγραφα με εικονογραφημένη την αϊσά. στάνταρ η απάντηση της μάγδας, που ταιριάζει και σ’ ό,τι σας περιέγραψα παραπάνω: ‘θες να ψάξω εγώ;’ ναι, της είπα. βρήκε στοιχεία και μου τα έστειλε.

εγώ δεν πρόλαβα να τα εντάξω στην χτεσινή ομιλία μου, άλλωστε όταν έφτασα εκεί στις 7.00 το βράδυ, δεν είχα προλάβει ούτε για μεσημέρι να φάω, ούτε να διαβάσω έστω και μια φορά την ομιλία μου, κι αυτό μ’ ανησυχούσε λίγο, από την άλλη μεριά τόσα στοιχεία πουείχα, είχαν ήδη σχηματίσει στο κεφάλι μου ένα δρόμο-διάδρομο, σαν αυτό της γυμναστικής. θα έλεγα αυτό που έβλεπα, κι ήμουνα πολύ χαρούμενη, γιατί μου άρεσε πολύ το θέμα για το οποίο θα μιλούσα. αφού δεν προλάβαινα τίποτε άλλο, πρόλαβα τουλάχιστον να ντυθώ και να σκεφτώ:

σκεφτόμουνα τον πατέρα μου το συχωρεμένο και τη μητέρα μου, γιατί θα μιλούσα στο κεντρικό κτίριο του πανεπιστημίου αθηνών, και σας διαβεβαιώ ότι αυτό ήταν πολύ συγκινητικό για μένα. οι φτωχοί γονείς μου, που είχαν κάνει τόσα για να σπουδάσω, θα χαίρονταν πολύ να ήταν εκεί κι αυτοί, όμως φυσικά έχουν πεθάνει (βλέπετε πάει καιρός που είμαι 23 ετών…:) βλέπετε, ήταν για μένα πολύ εντυπωσιακό να έχεις πατρίδα αυτόν τον τόπο, κι ίσως αυτός ο τόπος έχει για μενα την ωραιότητα και το μεγαλείο της επιστροφής σ’ αυτόν, μιας και επέστρεψα εδώ 35 χρόνων…

έβαλα μια μπλούζα που ήταν πολύ όμορφη. αυτή είναι η μπλούζα της ντίνας, αυτή μου τη χάρισε, δική της ήταν. δεν την ξέρετε την ντίνα, είναι η γειτόνισα της κόρης μου που σπουδάζει στην άλλη άκρη της ελλάδας. έχουμε κάτι κοινό με την ντίνα: αγαπάμε τα παιδιά μας. αυτή όμως έχει μεγαλείο άλλο, γιατί έχει περάσει μια μάχη πολύ πιο σκληρή από μένα.

η ντίνα μεγάλωσε με τον άντρα της σε άλλη χώρα κι αυτή, σαν κι εμένα. τη δεκαετία του 80, ελπίζοντας πως η πατρίδα τους περίμενε όπως έλεγε, ήρθαν με το σύζυγό της στην πατρίδα. όταν όμως δε δέχτηκαν να μπουν στις κλαδικές, στις κλίκες, στις λαμογιές, οι πόρτες έκλεισαν σ’ αυτούς τους ειλικρινείς πατριώτες. ο άντρας της ντίνας, πήγε στους λεγόμενους ‘ημέτερους’, κι έσκισε μπροστά τους τα διπλώματά του. έγινε ελαιοχρωματιστής στην πατρίδα του, και γι’ αυτό, πριν τους γνωρίσω, απορούσα για την πινακίδα που έβλεπα όταν πήγαινα στο σπίτι που νοικιάζει ακόμη η κόρη μου: ‘Χ., ελαιοχρωματιστής – ζωγράφος’.

η ίδια η ντίνα, με διπλώματα που αποδείχτηκαν εντελώς μα εντελώς άχρηστα στην πατρίδα, για χρόνια ήταν απλώς καθαρίστρια, ΚΡΑΤΏΝΤΑΣ ΌΜΩΣ ΚΆΤΙ ΠΙΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΣΕ ΚΆΘΕ ΚΙΝΗΣΉ ΤΗΣ: την αξιοπρέπεια και την ανεξαρτησία, που δυστυχώς πολλοί ξεχνάνε. γι’ αυτό εγώ καμάρωνα εχτές που φόραγα την μπλούζα της, κι είχα μαζί μου την ντίνα.

φορούσα κι άλλα ρούχα φίλων, και τους κουβαλούσα μαζί μου.

κι αυτές τις γραμμές τις αφιερώνω στη μάγδα, που δεν είχα πάρει το φουλάρι που μου είχε διαλέξει, αλλά ένα άλλο, τόσο σημαντικό όσο κι εκείνο. η μάγδα μου είπε ότι θα ερχόταν πιο νωρίς για να μη νιώσω καθόλου μόνη, είχε ψάξει την εικόνα που θα προσαθήσω να αναρτήσω τώρα, κι έχει απέναντί μου τέτοια αγάπη…

το μόνο που μπορώ να ευχηθώ στον εαυτό μου είναι να μην αλλάξει ποτέ,

το μόνο που μπορώ να ευχηθώ σ’ εκείνην είναι να γνωρίζει κι εκείνη την αγάπη που τόσο αγέρωχα και γλυκά δίνει σε όλους.

η φιλία στο φέις μπουκ.

‘κάνε μου λίγο μμμ’, έλεγε κάποτε ένα τραγούδι.

σήμερα λένε κάνε μου λίγο λάικ. κι υπάρχουν πολλοί που δίνουν σημασία.

αλήθεια, τι είναι το λάικ; κάτι που δείχνει αγάπη, ενδιαφέρον, περιέργεια; ότι κι αν είναι, μερικοί το χρησιμοποιούν. ό,τι κι αν σημαίνει. μα σημαίνει κάτι; βεβαίως και σημαίνει: αν είναι αληθινό, σημαίνει κάτι από αυτά που ανέφερα: πραγματική αγάπη, πραγματικό ενδιαφέρον, πραγματική περιέργεια.

σήμερα είναι -ή μάλλον χτες- του αγίου αντωνίου, κι η σκέψη μου πέταξε πολλές φορές στο συχωρεμένο το φίλο μου τον αντώνη. τον γνώρισα στο διαδίκτυο, μετά τον γνώρισα ως φωνή στο τηλέφωνο, μετά τον γνώρισα ως τον αντώνη το φίλο μου, ας είναι καλά εκεί που είναι τώρα.

σίγουρα λοιπόν στο διαδίκτυο μπορείς να κάνεις φίλους, άλλοτε θα σας γράψω για την περτρι.

όταν όμως κάνεις φίλους στο φέις μπουκ είναι το ίδιο; ΠΡΟΣΟΧΗ: φίλος και εκεί δεν είναι το ‘σε κάνω φίλο, με κάνεις φίλο’. είναι πραγματικές συναντήσεις ανθρώπων, που, μέσα από τις δραστηριότητες του διαδικτύου έχουν την τύχη να γνωριστούν και να γίνουν φίλοι.

τι είναι ‘οι φίλοι’ στο φέις μπουκ; είναι άνθρωποι που ενδεχομένως ενδιαφέρονται για τις δραστηριότητες στις οποίες αναφέρεστε, ή ενδιαφέρονται να γίνουν γνωστοί στις δικές τους δραστηριότητες, όσο γίνεται σε περισσότερους ανθρώπους. για το λόγο αυτό, ένα ποσοστό που σκαρτεύει όλο και πιο πολύ τη διαδικασία, είναι κάποιοι που χρησιμοποιούν τους λεγόμενους ‘φίλους’ για να πλασάρουν δωρεάν τις διαφημίσεις τους.

επομένως, η ‘φιλία’ εδώ δεν έχει να κάνει με την πραγματική συναλλαγή και την πραγματική γνωριμία. νομίζω πως συμφωνούμε.

ο διάδρομος

αυτό είναι το τρίτο μου μπλογκ, κι ίσως αυτό που θα γράψω εδώ το γράφω 3η φορά.

αν αυτό ήταν το 7ο, το 10ο, το όποιο μπλογκ, δλδ ιστοσελίδα επικοινωνίας μιας επαγγελματίας δασκάλας, και πάλι θα το έγραφα.

στα 20, τριτοετής ρωμανικών φιλολογιών, όπως έλεγαν τη σχολή μου, έψαχνα μαθήματα επιλογής. με μεγάλο ενδιαφέρον για το μεσαίωνα, βρήκα ένα μάθημα ‘γκρεκ μπυζαντέν’, που το δίδασκε μια ‘σιμόν βαν ρίτ’, καθηγήτρια στο Ανώτατο Ινστιτούτο Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου όπου σπούδαζα, πήγα να τη βρω στο γραφείο της να ζητήσω την άδεια να παρακολουθήσω το μάθημά της.

το ‘Ινστιτύ Συπεριέρ ντε Φιλοζοφί’ είναι ένα υπέροχο κτίριο που εμπνέει σεβασμό και σιωπή. τα δυο κύρια χαρακτηριστικά υλικά του είναι ξύλο πολύ σκούρο, και μαρμάρινα δάπεδα. το στυλ του γοτθικό, μπρος του ένας πανέμορφος κήπος. στο ισόγειο μια γοτθική αίθουσα υποδοχής και εκδηλώσεων, τα γραφεία των καθηγητών στον πρώτο, σ’ ένα σκοτεινό και στενό διάδρομο.

κάπου εκεί στη μέση του διαδρόμου, ένα γραφείο με μια χάρτινη καρτούλα 7 εκατοστών περίπου, όπου με μεγάλα γράμματαγραμμένα στο χέρι έγραφε:

ARA

καθηγήτρια Simone Van Riet

εκεί χτύπησα λοιπόν την πόρτα, να αναζητήσω την καθηγήτρια που θα έβλεπα για πρώτη φορά στη ζωή μου.

περίμενα κάποιος να μου πει εμπρός και να μπω στο γραφείο, μα δεν έγινε έτσι, γιατί μια μικρόσωμη γυναίκα με διαπεραστικό βλέμμα μισάνοιξε την πόρτα, με είδε, δε μου επέτρεψε να μπω μέσα -δεν τέθηκε καν θέμα- και με ρώτησε ευγενικά τι θα ήθελα. το αίτημά μου ήταν να παρακολουθήσω το μάθημά της ‘γκρεκ μπυζαντέν’. η βαν ριτ, με ρώτησε ποιας εθνικότητας είμαι γιατί κατάλαβε από την προφορά μου πως δεν ήμουν γεννημένη γαλλόφωνη, κι όταν της είπα πως είμαι ελληνίδα, έδειξε μεγάλη ευχαρίστηση για το συνδυασμό: ‘μια ελληνίδα λοιπόν που ξέρει λατινικά, αυτό είναι πολύ ευχάριστο’. άρχισε τότε ένας ιστορικός περίπατος σ’ αυτό το μικρό διάδρομο, η βαν ρίτ έκλεισε την πόρτα του γραφείου της, κι άρχισε να με ψεξαχνίζει κατά κυριολεξία, σε θέματα σπουδών: πώς έφτασα στο βέλγιο, γιατί επέλεξα ρωμανικές φιλολογίες, τι μαθήματα έκανα, μπλα μπλα, οι βιβλιοθήκες της λουβαίν, κλπ.

σε κάποια στιγμή, με ρώτησε λίγο απότομα: και γιατί έρχεστε να πάρετε το δικό μου μάθημα; δεν ξέρετε ότι εγώ είμαι πρωτίστως καθηγήτρια αραβικής φιλοσοφίας;

– εγώ, -της απάντησα- δεν ενδιαφέρομαι για την αραβική φιλοσοφία, κάνω αρχαία γαλλικά, και θέλω να κάνω και το αντίστοιχο επίπεδο γλώσσας στα ελληνικά.

– ναι, αλλά είστε ελληνίδα, μου απαντά. δε σας ενοχλεί που εγώ ασχολούμαι με το Ισλάμ;

– και γιατί να με ενοχλεί; της λέω ξαφνιασμένη.

– μα γιατί μουσουλμάνοι κατέλαβαν για 400 χρόνια τη χώρα σας.

– και τι σχέση έχουν οι τούρκοι με τους άραβες, πέραν της θρησκείας; της λέω, κλπ κλπ.

το κλίμα της συζήτησης άρχισε να ζεσταίνει, εγώ ήμουν και λίγο πικαρισμένη από την κουβέντα που είχε κάπως περίεργο για μένα χαρακτήρα: είχα πάει για ένα ευγενικό ‘ναι, σας επιτρέπω να παρακολουθήσετε μάθημα, φυσικά!’, και βρισκόμουν να κουβεντιάζω για σχεδόν μια ώρα σ’έναν σκοτεινό διαδομο πάνω κάτω.

η περιπατητική ανάκριση έφτασε στην έκρηξή της, όταν η βαν ρίτ με ρώτησε:

και τι σχέση έχετε εσείς, ελληνίδα, με το βυζάντιο;

ο θυμός μιας εικοσάχρονης έγινε έκρηξη:

τι σχέση έχω; τι να σας πω! η Άννα η Κομνηνή, για μένα, ήταν γιαγιά μου! μίλαγε τη γλώσσα μου, είχε τη θρησκεία μου, μελετούσε τους αρχαίους, ο πατέρας της ήταν αυτοκράτορας!

ποιος ξέρει πόσο ευχαριστήθηκε η βαν ριτ από το θυμό μου, και πόσο εντύπωση της έκανε.

αλλά, όσο κι αν προσπάθησα να φέρω τη συζήτηση στο σκοπό της ‘μου επιτρέπετε τέλος πάντων, μετά από όλο αυτό, να παρακολουθήσω το μάθημα’, ΣΤΆΘΗΚΕ ΑΔΎΝΑΤΟΝ να έχω ένα ναι ή ένα όχι. …

αντ’ αυτού, η βαν ριτ που έκλεισε ραντεβού στο γραφείο της.

να δούμε, σκέφτηκα, αν θα πάμε μαζί στο μάθημα.

όχι λοιπόν. τη συγκεκριμένη ώρα, εμφανίστηκα στο γραφείάκι της, χτύπησα την πόρτα κι ακούστηκε ένα ‘αντρέ!’, για να μπω.

μπήκα, μου είπε καθήστε. έβγαλε ένα πάκο φωτοαντίγραφα ενός ελληνικού μεσαιωνικού κειμένου, μου εξήγησε πού βρισκόταν το χειρόγραφο, ποιος έκανε τη δημοσίευση, ποια η διαφορά ανάμεσα στη δημοσίευση και την έκδοση, και ποιο ήταν το περιεχόμενο του κειμένου: μια βιογραφία του Μωάμεθ. μου είπε τι να κάνω, εγώ τη ρώτησα ξανά αν θα τη δω στο μάθημα, κι εκείνη δεν είπε ούτε ναι ούτε όχι, -ΚΑΙ ΠΆΛΙ!- και μου έκλεισε ραντεβού σε μια βδομάδα ή νομίζω 15 μέρες….

όλη η χρονιά κύλησε έτσι. μου μιλούσε στον πληθυντικό, δεν επέτρεπε το ύφος τίποτε άλλο από μεγάλη ευγένεια και ψυχρότητα, με κρατούσε κάπου μια ώρα στο γραφείο της, έβλεπε τι είχα κάνει, έδινε οδηγίες για τη συνέχεια, κλπ.

εγώ είχα σχεδόν πικαριστεί, και σκεφτόμουν ότι άλλη φορά θα ρωτάω συμφοιτητές μου για τα μαθήματα επιλογής, αντί να πηγαίνω  έτσι, και τελικώς να μην έχω καταλάβει αν θα πάρω βαθμό ή όχι. σκεφτόμουν ότι η βαν ριτ με είχε αντιπαθήσει και δε με ήθελε για μάθημά της, και άλλα κομπλεξικά πράματα’.

στο τέλος της χρονιάς, ο βαθμός, που μπήκε χωρίς εξετάσεις, ήταν: 18 στο 20!!!…

μην πολυλογώ παραπάνω. εκείνος ο διάδρομος ήταν μια γλάστρα, ένα περιβόλι όπου φύτρωσε η σταδιοδρομία μου, χωρίς να το ξέρω.

εκείνη τη χρονιά, τριτοετής εγώ, ένας άλλος καθηγητής που στάθηκε κι αυτός μέντοράς μου για πολλά, ο Χάινριχ Χούσμαν, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Γκέτιγκεν, μου έκανε ένα δώρο, ένα βιβλίο που γι’ αυτόν ήταν άχρηστο, όπως μου είπε. ήταν η αραβική γραμματική του Φλάις, ένα εξαιρετικό εγχειρίδιο αραβικής φιλολογίας.

αυτοί οι δυο λέτε να το ήξεραν; εγώ πάντως δε γνώριζα τότε ότι θα στρεφόμουν τελικά προς τον αραβικό δρόμο. και βέβαια, το πρώτο μου βιβλίο είναι αφιερωμένο στη βαν ριτ. το βιβλίο βγήκε λίγο μετά το θάνατό της, μα το ήξερε, της το είχα πει:

λίγο πριν πεθάνει η βαν ριτ από καρκίνο, η μελέτη μου για το καλίλα ουα-ντίμνα και την ελληνική μετάφρασή του που έγινε για τον πατέρα της Άννας της Κομνηνής (!!!πώς τα φέρνει ο θεός και η τύχη) είχε βραβευτεί από την Ακαδημία του Βελγίου, και θα έβγαινε στις εκδόσεις Πέτερς, όπου βγαίνανε και τα βιβλία της Βαν Ριτ.

για να συμμετέχω στο διαγωνισμό της Ακαδημίας, έχοντας ήδη επιστρέψει στην Ελλάδα, η Βαν Ριτ, με έπαιρνε τηλέφωνο κάθε δεκαπέντε, την ίδια ώρα, το θυμάμαι ακόμα, κάθε δεύτερη τρίτη στις 8.45 το βράδυ. δεν είχα καν τηλέφωνο τότε στην Ελλάδα. είχα βρει μια γειτόνισα που ήξερε γαλλικά, κι η βαν ριτ μου είχε πει: θα της πηγαίνετε ένα κουτάκι μπισκότα για τον καφέ κάθε τόσο. εγώ θα σας τηλεφωνώ εκεί για να ξέρω τι κάνετε με τις μελέτες σας.

όταν πήρα το βραβείο, φυσικά και ήταν όλο δικό της. της είπα ότι το βιβλίο φυσικά θα έβγαινε με το όνομά της στην πρώτη σελίδα, μόνο το όνομά της, ούτε λέξη παραπάνω, ούτε ευχαριστίες, ούτε τίποτα. για μένα αυτή η γυναίκα ήταν ΌΛΑ. μια πραγματική δασκάλα: πρώτη στην έρευνα, στο διδακτικό καθήκον, στην εξατομίκευση των αναγκών του κάθε φοιτητή, στη διάκριση του οικονομικού παράγοντα, στη σωστή εκτίμηση των επιστημονικών, αλλά και κοινωνικών και προσωπικών υποθέσεων.

γράφω σήμερα για τη βαν ριτ, ξανά, Αιωνία της η μνήμη,

γράφω γιατί φυσικά δεν έχω φτάσει ούτε θα φτάσω ποτέ στο ύψος της, αλλά γιατί έχω φοιτητές πιο καλούς από μένα, κι εχτές μου θύμισαν αυτό το διάδρομο. που τελικώς μου άνοιξε πόρτες, ή μάλλον, μου άνοιξε την πόρτα που επέλεξα να μπω.

καλή σας μέρα.

 

 

μα τι στο καλό κάνει το διαδίκτυο;

δίνει ένα σκοτάδι στον καθένα μας.

ξέρετε πόσο πολύτιμο είναι αυτό το σκοτάδι;

επιτρέπει σε ανθρώπους να έρχονται σε επαφή χωρίς κανένα προηγούμενο ή κρατούμενο. κάποιος γράφει, κάποιος διαβάζει, κάποιος ανταλλάσσει εσωτερική πραμάτεια με κάποιον άλλον, που του κάνει το χατήρι να τον ακούει. άλλη ταυτότητα πέρα από το σκοτάδι, δεν έχει.

άλλη ταυτότητα πέρα απ’ αυτήν τη μικρή φωτεινή αλήθεια, αυτά τα μικρά γράμματα μέσα στο σκοτάδι, δεν έχει.

μια ψυχή μου έγραψε σε προηγούμενο μπλογκ με το ψευδώνυμο ‘άννα μπανάνα’. και ποτέ που δεν έμαθα ποια είναι, δεν πειράζει. έχω ευγνωμοσύνη για την άννα μπανάνα που δε θέλω να τη χάσω.

να ένα θεμα, η ευγνωμοσύνη. κάποτε θα γράψω γι’ αυτό.

Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2008. σαχλαμάρες της παύλας

επειδή πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα
(η βυζαντινή μουσική είναι πολύ ωραία)
κι εγώ, συγγνώμη, ξανάρχισα τις @^ΡΕ^%$&%,

δλδ είχα αρχίσει μερικά χρόνια πριν. είχα διακόψει, είχα ξαναρχίσει στις 18 οκτώβρη του 2008. μετά λογοκρίθηκα, δεν ξέρω ομολογουμένως για ποιο λόγο. ούτε ασχολήθηκα να μάθω. είναι πιο ικανοποιητική η απορία από την ασυνειδησία.

Αναρτήθηκε από jean dagher στις 6:41 μ.μ. 54 σχόλια: Σύνδεσμοι σε αυτήν την ανάρτηση

γειά.
είμαι η άμπτθα.
είχα πετύχει αυτό το απίθανο όνομα, κι έτσι θέλω να με λέτε όσοι διαβάζετε αυτές τις γραμμές, το είχα πετύχει λοιπόν, επειδή δεν ήξερα τι μου γινόταν, και στην ουσία νόμιζα πως έβαζα πάσγουορντ!!!
είχα φτιάξει εκείνο το μπλογκ για να μπορέσω να απαντήσω σε μια φίλη.
αυτήν ακριβώς για την οποία, παραδίδοντας τα κλειδιά και τη σκυτάλη της φιλίας, κατέστρεψα το μπλογκ μου, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τις υπόνοιες προδοσίες που με φόρτωσε.

Γειά!!!…

εδώ είμαι.

Αναρτήθηκε από jean dagher στις 3:51 μ.μ. 5 σχόλια: Σύνδεσμοι σε αυτήν την ανάρτηση

Ετικέτες κοινωνικές αλληλεπιδράσεις

ένα τυχαίο κείμενο

τι άλλο θα μπορούσε να είναι πέρα από ένα τυχαίο κείμενο, αυτό το πρώτο κείμενο σ’ αυτό το μπλογκ που κανείς μπορεί να μη διαβάζει;

τι νόημα θα είχε, αν όχι μια πράξη ελευθερίας χωρίς συνέπεια καθότι έχει μοναδικό προς το παρόν αντίκρυσμα τον εαυτό μου μόνο;

ένα τυχαίο λοιπόν κείμενο, που, ωστόσο, το γράφον υποκείμενο έχει ανάγκη να γράψει.

η γραφή είναι καταγραφή ανθρώπου.

ένα γκράφιτι σε σπηλιά: τα ίχνη του.

ένα γκράφιτι στον τοίχο του μυαλού.

ερημώνει ο δρόμος, κάποιος γράφει. κάτι μένει. κάποιος το διαβάζει.